Καναρίνι και Καροτενοειδή

Καναρίνι Χρώματος και καροενοειδή.

Τα καναρίνια είναι ένα από τα πιο δημοφιλή πουλιά, που διατηρούνται σε κλουβιά , λόγω  του συνδυασμού, του μελωδικού τραγουδιού τους και των όμορφων χρωματικών ποικιλιών. Τα οικόσιτα καναρίνια προέρχονται από το άγριο Serinus canaria. Eνας σπίνος από τα Κανάρια Νησιά στην βορειοδυτική Αφρική. Τα άγρια ​​πτηνά είναι κυρίως κιτρινοπράσινα, με σκούρες ραβδώσεις στην πλάτη και στα πλευρά. Τα καναρίνια μεταφέρθηκαν στην Ευρώπη τον 17ο αιώνα και εκτράφηκαν αρχικά για την παραγωγή εκλεκτών δειγμάτων για τραγούδι. Από τη διαδικασία εξημέρωσης, οδηγηθήκαμε και στην παραγωγή της ποικιλίας χρώματος, απο μεταλλάξεις που περιλαμβάνουν απο φωτεινό  λευκό, λαμπερό κίτρινο έως πορτοκαλί και κόκκινο.

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΧΡΩΜΑΤΟΣ

Οι τρεις βασικοί παράγοντες που συμμετέχουν στην τελική σύνθεση του χρώματος ενός καναρινιού είναι  α) η δομή του φτερού β)  οι χρωστικές μελανίνης και γ) οι χρωστικές από τα καροτενοειδή.

Δομή φτερών

Τα φτερά αποτελούνται από μια δομική πρωτεΐνη, την  κερατίνη, που σχηματίζει ένα πλέγμα απο ακίδες, μπάρες και άγκιστρα κατα την κατασκευή του  φτερού. Στην ουρά και τα φτερά πτήσης, αυτές οι μπάρες και τα αγκίστρια, συνδέονται  μεταξύ τους όπως το Velcrο , εξασφαλίζοντας  συνοχή, δύναμη και αεροδυναμικό σχήμα.

Αυτές οι δομές, διαχέουν το φως και παράγουν διαφορετικά οπτικά εφέ ανάλογα με το σχήμα τους και τις χρωστικές που ενσωματώνονται μέσα τους. Τα φτερά που δεν περιέχουν χρωστική ουσία, ανακλούν όλο το οπτικό φάσμα και ο παρατηρητής τα βλέπει  λευκά.

Χρωστικές Μελανίνης: Οι χρωστικές μελανίνης είναι υπεύθυνες για τα πιο σκούρα, καφέ, γκρι ή μαύρα χρώματα. Αυτές παράγονται αυτογενώς και ενσωματώνονται στα φτερά ως βασικά χρώματα.

Καροτενοειδή Χρωστικές: Οι χρωστικές αυτές, είναι υπεύθυνες για το λαμπερό κίτρινο, πορτοκαλί και κόκκινο χρώμα. Δεν παράγονται αυτογενώς, αλλά προέρχονται αποκλειστικά από τη διατροφή και εξαρτώνται από τα είδη των τροφίμων που καταναλώνονται και τον τρόπο με τον οποίο μεταβολίζονται στον οργανισμό.

Το μείγμα των σκούρων χρωστικών μελανίνης και των φωτεινών καροτενοειδών δίνουν το εύρος του χρώματος και τις ποικιλίες που εμείς διακρίνουμε στις διάφορες μεταλλάξεις των καναρινιών σήμερα.

ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Μπορούμε να επηρεάσουμε την συνολική εμφάνιση ενός καναρινιού;

ΝΑΙ ! Αλλά γι’ αυτό, αφ’ ενός πρέπει να εξετάσουμε τη γενετική συμπεριφορά κάθε μετάλλαξης και αφ’ ετέρου να προσαρμόσουμε το πρόγραμμα και την ποικιλία της διατροφής του. Σε κατάσταση αιχμαλωσίας η γενετική μπορεί να ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από τους εκτροφείς, που επιλέγουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όπως π.χ μέγεθος, σχήμα, χρώμα κ.λ.π. Ένα καθαρό κίτρινο καναρίνι π.χ. έχει ένα ιδιαίτερο γενετικό χαρακτηριστικό. Οι σκούρες χρωστικές μελανίνης έχουν μπλοκαριστεί από μια σειρά γενετικούς παράγοντες. Χωρίς το υπόβαθρο ενός σκούρου χρώματος, βλέπουμε απλώς το αποτέλεσμα του λαμπερού κίτρινου καροτενοειδούς. Ωστόσο, αυτό το κίτρινο προέρχεται από τη διατροφή με καροτενοειδή. Αυτά, πρέπει να υπάρχουν στη τροφή των πουλιών, σε επαρκείς ποσότητες ώστε αφού μεταβολιστούν, να αποδίδονται σαν καθαρές χρωστικές στο πτέρωμα.

Μελέτες σε κίτρινα καναρίνια έδειξαν, ότι αν εξαλείψετε πλήρως τα καροτενοειδή από τη διατροφή, τα πουλιά θα ξεθωριάσουν σε μια απόχρωση ώχρας.

Καροτενοειδή

Τα καροτενοειδή είναι μια ομάδα φυσικών χημικών ουσιών που παράγονται από φυτά, βακτήρια, φύκια κ.λπ. Απορροφώνται και χρησιμοποιούνται από οργανισμούς ανώτερης τάξης όπως τα πουλιά και ζώα. Τα καροτενοειδή στη διατροφή ενός πουλιού τροποποιούνται στο σώμα. Μεταβολίζονται σε πραγματικές χρωστικές και μεταφέρονται, εναποτίθενται ως χρώματα στα φτερά. Τα καροτενοειδή που βρίσκονται πιο συχνά στα φτερά των κίτρινων καναρινιών είναι οι ξανθοφύλλες . Αυτές απομονώθηκαν πρώτα στα καναρίνια, αλλά έκτοτε βρέθηκαν στο φτέρωμα μιας σειράς διαφορετικών ειδών. Οι ξανθοφύλλες των καναρινιών, προέρχονται από δύο διαιτητικά καροτενοειδή. Την λουτεΐνη και την ζεαξανθίνη. Έτσι θα λέγαμε, ότι τα καναρίνια απαιτούν μια διατροφική πηγή λουτεΐνης και σε μικρότερο βαθμό, ζεαξανθίνης, για να παράγουν το λαμπερό τους κίτρινο φτέρωμα. Επειδή πολλοί σπόροι και φυτικά υλικά περιέχουν μία ή και τις δύο από αυτές τις ενώσεις, δεν είναι δύσκολο να παρασχεθεί δίαιτα κατάλληλη για κίτρινα καναρίνια.

Τα κοινά δημητριακά (όπως το σιτάρι και η βρώμη) έχουν χαμηλά επίπεδα καροτενοειδών, με τα επίπεδα να είναι ελαφρώς υψηλότερα στο ασπούρι. Φρέσκα λαχανικά (όπως καλαμπόκι και καρότο) και πράσινα όπως τα φυλλώδη λαχανικά (σπανάκι) είναι ακόμα υψηλότερα. Ορισμένα συμπυκνωμένα τρόφιμα όπως η σπιρουλίνα (αποξηραμένο εκχύλισμα φυκιών) έχουν ακόμη υψηλότερα επίπεδα.

Τα πέταλα των λουλουδιών κατιφέ είναι από τα πιο γνωστά σε φυσικές πηγές λουτεΐνης και όντως συνηθίζονται και ως εμπορικά εκχυλίσματα για χρήση σε συμπυκνώματα ζωοτροφών Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η περιεκτικότητα των τροφίμων  σε καροτενοειδή, μειώνεται με το χρόνο και την έκθεση στη θερμότητα, το φως και τον αέρα. Αυτό επίσης ισχύει για βιταμίνες και μέταλλα. Επομένως όλα αυτά έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη θρεπτική αξία των τροφίμων που προσφέρουμε. Σημειώστε ότι το ξηρό, ο παλαιός σπόρος, έχει χαμηλότερη περιεκτικότητα σε καροτενοειδή από τον φρέσκο ​​πράσινο σπόρο.

Συμπλήρωση της δίαιτας

Ιδιαίτερα, τα λιποχρωμικά καναρίνια που εκθεσιάζονται, πρέπει να έχουν μια τακτική παροχή των σωστών καροτενοειδών στη διατροφή τους, για να παράγουν πλούσιο και σωστά χρωματισμένο πτέρωμα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό πριν και κατά την αλλαγή πτερώματος. Το χρώμα από καροτενοειδή, εναποτίθεται στο αναπτυσσόμενο φτερό, τροποποιημένο στο ήπαρ και στο θύλακα κάθε φτερού. Μόλις αναπτυχθεί πλήρως, ένα νέο φτερό, η παροχή αίματος διακόπτεται προς το ωοθυλάκιο και το χρώμα του φτερού σταθεροποιείται. Έλλειψη, ή ανομοιόμορφη παροχή από καροτενοειδή στην κυκλοφορία του αίματος τη στιγμή ανάπτυξης του φτερού, θα οδηγήσει σε κακώς χρωματισμένο πτέρωμα. Πράγμα που δεν μπορεί να αντιστραφεί μέχρι το επόμενο moult.